Ο Σαλίγκαρος

Το σαλιγκάρι στο τέλος της σκάλας
Το σαλιγκάρι στο τέλος της σκάλας

Ο Σαλίγκαρος

Ο Δημοσθένης είχε μόλις ξυπνήσει και καθόταν στην άκρη του κρεβατιού κοιτάζοντας το είδωλο του στον καθρέφτη της ντουλάπας. Έσκυψε περνώντας τα χέρια του από τα μαλλιά του και σκέφτηκε φωναχτά μα χαμηλόφωνα “Τι ‘ναι αυτά ρε πούστη!”.

Σηκώθηκε, έριξε λίγο νερό στα μούτρα του και κατευθύνθηκε προς την κουζίνα. Έβαλε ένα καφέ να γίνεται και ακουμπώντας στην άκρη του πάγκου έπιασε ξανά το κεφάλι του προσπαθώντας να βρει μια εξήγηση. Αυτή η “επίσκεψη” από τα παλιά τον είχε προβληματίσει, μα δεν ήταν ούτε δυσάρεστα ούτε ευχάριστα προβληματισμένος.

Ήπιε δυο γουλιές καφέ και έκατσε μπροστά από την αναμμένη τηλεόραση… “Ονειρεύτηκα ένα τεράστιο σαλιγκάρι… Ένα τεράστιο σαλιγκάρι με ανθρώπινο κεφάλι… Ένα τεράστιο σαλιγκάρι με μαύρα, κατσαρά μαλλιά… Πάλι!”.

Χτενίζει τα μαλλιά με τα δάχτυλα του, να τα διώξει από το πρόσωπο του. “Σε ποιον να το πεις αυτό τώρα; …και ποιος να σε πάρει στα σοβαρά; Σε όποιον και να το πεις δε θα σε βλέπει ποτέ όπως πριν”.

Σηκώνεται και πάει στο ψυγείο να γεμίσει ένα ποτήρι νερό. Στην πόρτα του ψυγείου, ανάμεσα σε μαγνητάκια και φωτογραφίες, μένει στην φωτογραφία της κόρης του, της Λένας, από τον πρώτο του γάμο, που μένει μόνιμα στη Σουηδία τώρα. “Πως γίνεται να ήσουν εκεί;”

“Ήταν μεγάλο, τόσο μεγάλο όσο ένα γαϊδουράκι”. Βάζει τα δύο χέρια του στις τσέπες και πάει πίσω στον καναπέ. Ο Δημοσθένης σπάνια παρακολουθεί τηλεόραση, μα η τηλεόραση παίζει 24/7 στο σπίτι, ακόμα και όταν δεν είναι κανείς εκεί… και δεν μένουν και πολλοί στο σπίτι. Είναι μόνος του εδώ και 6 χρόνια, από τότε που πέθανε ο Robbie, ένα κανίς toy με ένα εκνευριστικό, επίμονο γάβγισμα.

Πάρε το χάπι!

“Έπρεπε να πάρω το χάπι για να την σώσω… Έπρεπε να φτάσω στο χάπι…”

Ήταν 11 ετών όταν είδε έναν εφιάλτη που θα τον θυμόταν για πάντα. Ένα μικρό κοριτσάκι, στην ηλικία του, 11 ετών περίπου, είχε αρρωστήσει και η μητέρα του τον έστειλε να φέρει το χάπι που μπορούσε να την κάνει καλά. Αυτό το χάπι ήταν στην κορυφή της σκάλας που οδηγούσε στην ταράτσα. Άνοιξε την πόρτα, έκανε δεξιά και άρχισε να ανεβαίνει την σκάλα μα στην στροφή πριν την κορυφή ήρθε αντιμέτωπος με αυτό… το τεράστιο σαλιγκάρι!

Μια γιγαντιαία μορφή σαλιγκαριού, με ανθρώπινο κεφάλι… Μαύρα, κατσαρά μαλλιά, σμιχτά, μαύρα φρύδια και μεγάλα στρογγυλά μάτια… Στόμα μεγάλο και τετράγωνα, λευκά δόντια… Το σαλιγκάρι φρουρούσε το χάπι και ο μικρός Δημοσθένης δε κατάφερε ποτέ να το φτάσει…

“Θα πάρω ένα Panadol” το κεφάλι του άρχισε να πονά.

Σήμερα είχε ξαναδεί το ίδιο όνειρο, με το ίδιο σαλιγκάρι και θα ορκιζόταν πως ήταν και το ίδιο κοριτσάκι… Μα αυτή την φορά το αναγνώριζε ήταν η Λένα… “Πως;”

Το τηλέφωνο χτύπησε και η καρδιά του δυνατότερα…